Requiem for the End of Love

Theater

Requiem for the end of love

Στο Νιάρχος δεν πας απλώς για να δεις μια παράσταση. Πας για να δοκιμαστείς. Πας για να μπεις σε έναν χώρο που, όταν το έργο είναι μεγάλο και οι άνθρωποι του είναι αληθινοί, δεν σε αφήνει να μείνεις θεατής. Σε τραβάει μέσα. Σε σηκώνει από την καθημερινότητα και σε ακουμπά εκεί όπου δεν υπάρχουν εύκολες λέξεις. Η χθεσινή βραδιά ήταν από αυτές που δεν περιγράφονται με εντυπώσεις της στιγμής, αλλά με το βάρος που αφήνουν πίσω τους. Το έργο δεν χτίζει απλώς ατμόσφαιρα, χτίζει μνήμη. Μια μνήμη συλλογική και προσωπική μαζί. Μνήμη μιας εποχής, της σκοτεινής περιόδου του AIDS, όπου η κοινωνία προτίμησε να σωπάσει, να περιθωριοποιήσει, να κρύψει ανθρώπους και ιστορίες μέσα στο στίγμα. Και όμως, μέσα από τη σκηνή, όλα αυτά επιστρέφουν όχι ως καταγγελία, αλλά ως αλήθεια που δεν διαπραγματεύεται. Ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Δημήτρης Παπαϊωάννου υπέγραψαν κάτι πολύ σπάνιο: ένα έργο που δεν «παραστάθηκε» απλώς, αλλά χαράχτηκε ως μνήμη. Ο Κουμεντάκης, με μουσική αυστηρή και ταυτόχρονα ποιητική, χτίζει μια παγωμένη διαύγεια που σε κρατά σε εγρήγορση μέχρι το τέλος. Ο Παπαϊωάννου, με σκηνική γλώσσα λιτή, χειρουργική και απολύτως ανθρώπινη, μετατρέπει το σώμα σε σύμβολο, την κίνηση σε εξομολόγηση και το βλέμμα σε αλήθεια. Μαζί, δεν δημιούργησαν απλώς τέχνη. Δημιούργησαν ένα μνημείο συναισθήματος, μια τελετουργία που δεν ζητά να την καταλάβεις, αλλά να την αντέξεις. Ο Θεόδωρος Κουρεντζής δεν «διευθύνει» απλώς. Είναι ο καταλύτης. Με ακρίβεια χειρουργική και με ένταση που δεν γίνεται επίδειξη, μετατρέπει τη μουσική σε γλώσσα καθαρής συγκίνησης και υπνωτίζει το κοινό. Και εκεί ακριβώς συμβαίνει το ουσιώδες: η τέχνη παύει να είναι παράσταση και γίνεται εμπειρία. Η Ορχήστρα της ΕΛΣ δίνει σώμα και νεύρο σε κάθε στιγμή, με πειθαρχία, βάθος και μια σπάνια συνοχή που δεν «ακούγεται» απλώς, σε καταλαμβάνει. Ξεχωριστή μνεία αξίζει η εξαιρετική υψίφωνος Ντιάνα Νοσίρεβα (Diana Nosyreva), στον ρόλο του «Αγγέλου του Θανάτου». Η ερμηνεία της δεν ήταν μόνο τεχνικά άρτια. Ήταν βαθιά υποβλητική, με καθαρότητα, δραματική ακρίβεια και εσωτερική ένταση. Δεν προσπάθησε να επιβληθεί με όγκο, αλλά με παρουσία. Και αυτό είναι το πιο σπάνιο: να σε αναγκάζει μια φωνή να σταθείς ακίνητος και να ακούσεις μέχρι τέλους. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως η αίθουσα αναπνέει μαζί. Σαν ένα σώμα. Σαν να συμφωνεί, χωρίς να χρειάζεται να το πει, ότι αυτό που συμβαίνει είναι σπουδαίο. Όχι επειδή είναι όμορφο, αλλά επειδή είναι αναγκαίο. Γιατί η ομορφιά μπορεί να σε ευχαριστήσει. Η αλήθεια, όμως, σε αλλάζει. Φεύγεις με μια σπάνια σιωπή. Όχι άδεια, αλλά γεμάτη. Από αυτές που δεν ζητούν χειροκρότημα, αλλά σεβασμό. Και σκέφτεσαι πως, τελικά, αυτό είναι το μεγαλύτερο προνόμιο της τέχνης: να σου θυμίζει ότι κάτω από όλα, μέσα σε όλους, υπάρχει ακόμη ψυχή.

Αχιλλέας Κυριακόπουλος.

Φωτογραφίες: Julian Mommert